Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

8 Μαρτίου, Public Συντάγματος

Η κριτική του Κωνσταντίνου Μπούρα στο Diavasame.gr



Σε  ακανόνιστο  ρεύμα: Η  Έφη  Βενιανάκη ξεδιπλώνει τη γυναικεία ψυχολογία σαν βεντάλια


Ποιητική πρόζα, κινηματογραφικών προδιαγραφών, με έντονη δραματικότητα. Οι παράλληλοι, αλληλοσυμπληρωνόμενοι, διαπλεκόμενοι [αλλά ουχί εντελλόμενοι] κι αιμάσσοντες μονόλογοι δύο γυναικών που κραυγάζουν και παλινωδούν σαν τα «τρελά νερά» του πορθμού του Ευρίπου, που γνώριζε καλά ο Σκαρίμπας κι όλοι οι Χαλκιδείς, από αρχαιοτάτων χρόνων.
«Σε ακανόνιστο ρεύμα», τον Ηράκλειτο μιμούμενη, η καλή συγγραφέας Έφη Βενιανάκη ξεδιπλώνει τη γυναικεία ψυχολογία σαν βεντάλια της Αναΐς Νιν, της Κολέτ ή της «Μαντάμα Μπάτερ-φλάι», με μια ενάργεια και μια γνώση του Θηλυκού Αιώνιου Μεγαλείου που μας καθηλώνει και μας εξαγνίζει απρόσμενα. Μέσα από την ανάγνωση του μελιχρού αυτού πονήματός της αναβίωσα τη στιγμή της γέννησης, το σπάσιμο των υδάτινων φραγμάτων, τη φωτεινή στενωπό, τον εκτυφλωτικό ήλιο του μαιευτηρίου και μετά εκείνο το ανεπανάληπτο, το γνώριμο [και κάθε φορά κεραυνικό] κάψιμο του οξυγόνου στους πλημμυρισμένους πνεύμονες.
Ναι, το υδάτινο στοιχείο, το συναίσθημα, ο οσειδώνας της βυθισμένης Ατλαντίδας, ξεχειλίζει από τη γραφή της. Η Έφη Βενιανάκη είναι μια πληγή χαίνουσα στα σπλάχνα της Γαίας, που ξερνάει λάβα και πολύτιμα πετράδια, όπως άλλοι φιλολογούν ή τεκμαίρονται. Η δική μας λογοτέχνης, η δική μου φίλη, που τη λατρεύω και την αγαπώ, η αισθαντική, σιωπηλή, η ευαίσθητη μούσα του Γιάννη Σολδάτου, σιγοβράζει από πεμπτουσία,αναθιβάνει συλλογικές μνήμες και προσωπικές ευωδιές, αναχαράζει «προσλαμβάνουσες εικόνες», με την εμβρίθεια του ηθοποιού που ακολουθεί πιστά τη μέθοδο του Στανισλάβσκι (χωρίς αυτόν δεν θα γνωρίζαμε σήμερα τον Τσέχωφ, παρά μόνον ως ηθογράφο-επιφυλλιδογράφο)…
Δύο αυτόχειρες, μία αποφασισμένη και μία εν δυνάμει, συναντιούνται με αφορμή μια …πτώση, ανταλλάσσουν ενέργειες, τηλεπαθητικές σκέψεις, παραισθητικές εμπειρίες, κονταροχτυπιούνται ανάμεσα στα αντίρροπα ρεύματα του Έρωτα και του Θανάτου, προβαίνουν σε μια ιδιότυπη ψυχο-συναλλαγή μέσω της αυτιστικής σχεδόν μετακένωσης εμπειριών… Αυτοί οι τραγικοί μονόλογοι των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα πια να χάσουν, απομένει μόνο το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο να ξανακερδίσουν: τη Ζωή, τη ζωούλα τους… με συγκλονίζουν πάντα, γιατί κινούνται ανάμεσα στο «νηλεές ήμαρ» και το «νόστιμον ήμαρ», όπως αναφέρει η αυτόχειρη περσόνα της Έφης Βενιανάκη, λίγο πριν μεταστεί σε ανώτερα ενεργειακά πεδία.
Η αρχαιογνωσία κι η εμβάθυνση τής Έφης Βενιανάκη στη νεοελληνική λογοτεχνία, η τριβή της με τον σημαίνοντα κινηματογράφο στις πιο καλές στιγμές του, φαίνονται από την ιδιαίτερα περίτεχνη (κι επικοινωνιακή ταυτόχρονα) ιδιόλεκτο που κατακτά με το χρόνο στο λογοτεχνικό εργαστήρι της ψυχής της.
Στιγμές από τις μεγάλες εξερευνήσεις της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πνευματικότητα που δεν ορρωδεί προ ουδενός: μηδέ του ολισθήματος να κυλιστεί στη λάσπη της πιο μαύρης, της πιο ανηλεούς, της πιο άσπλαχνης «υλο-ενέργειας». Ας μην ξεχνάμε όμως ότι από τα μαύρα σκοτάδια τής Νυκτός γεννιέται το ορφικόν Ωόν [από το οποίον δια της ακτινοειδούς εκτινάξεώς του θα εκραγούν σύμπαντα και γαλαξίες αρίφνητα].
Η προοπτική τής Έφης Βενιανάκη είναι συμπαντική. Μακριά από την ηθογραφία και το couleur-locale, γίνεται παγκόσμια ελληνοκεντρική με μοναδικό της μέτρο τον άνθρωπο και μοναδική απαίτηση την ευτυχία του. Αυτή η διεκδίκηση των ουμανιστικών αξιών συνέχει τη χαλαρή δομή τής ποιητικής της πρόζας και της προσδίδει δραματικότητα, λες και γράφτηκε το κείμενο αυτό απευθείας για το θέατρο και περιμένει τον εμπνευσμένο σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς για να το ερμηνεύσουν κατά λέξιν ή αυτολεξεί.
Η θεατρική θητεία της συγγραφέως συμβάλλει τα μάλα στο αγλαόν αυτό αποτέλεσμα, που – σας παρακαλώ – να το απολαύσετε αποσπασματικώς και κατά λογάδην. Κρατήστε το για ατελείωτα φεγγάρια δίπλα στο μαξιλάρι σας. Θα συμβάλλει να επανεκτιμήσετε περισσότερο τη Ζωή και να αντιμετωπίσετε το Θάνατο ως έργον Τέχνης. «Αλλά μην βιάζεις το ταξίδι διόλου»… Φίλη Έφη χρειαζόμαστε το λόγο και τα φώτα σου προκειμένου να πορευτούμε σε σκοτεινούς καιρούς, ανήλιαγους.
Μετά λόγου γνώσεως και περισσή στοργή
Kωνσταντίνος Μπούρας - Συγγραφέας, Κριτικός 

ΣΕ ΑΚΑΝΟΝΙΣΤΟ ΡΕΥΜΑ


«Η μελέτη του θανάτου με απασχολούσε πάντα ως κίνητρο ζωής».

Μ' αυτήν τη φράση, η ηρωίδα του νέου μυθιστορήματός μου Σε ακανόνιστο ρεύμα, αρχίζει την εξιστόρησή της, και ήταν αυτή που μου έδωσε το ερέθισμα να καταπιαστώ με το ευαίσθητο θέμα της αυτοκτονίας.

Γιατί  βάζει τέλος στη ζωή του κάποιος; Τι είναι αυτό που τον ωθεί στην απελπισμένη πράξη; Ένα εκατομμύριο περίπου άνθρωποι αυτοκτονούν κάθε χρόνο, καθιστώντας την αυτοκτονία τη δέκατη κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως.
Λένε ότι μια απόπειρα αυτοκτονίας είναι κραυγή προς αναζήτηση προσοχής, φροντίδας, εκβιασμού βοήθειας, ψυχολογικών προβλημάτων, παρόρμηση, υπερβάλλουσα ευαισθησία.

Η οικογένεια είναι η θεμέλια βάση της εξέλιξής μας και από εκεί διαμορφώνεται ο πνευματικός και ψυχικός μας κόσμος. Όταν όμως διασαλεύεται η ισορροπία, τα παιδιά «τραυματίζονται» από τη νέα οικογενειακή συνθήκη.
Άραγε η οικογένεια είναι, ως κομμάτι του πολιτισμού, κατά τον Freud, «πηγή δυστυχίας» ή η μοναδική εστία ευτυχίας για τον άνθρωπο;

Μ’ αυτές τις σκέψεις, για το πόσο μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της προσωπικότητας ενός ατόμου, το δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, και πώς αυτό μπορεί να καταστεί μοιραίο στη ζωή ενός ανθρώπου, ξεκίνησα τη συγκρότηση των χαρακτήρων των ηρωίδων μου.

Η Ανθή είναι χορεύτρια. Η έκφρασή της μέσα από την τέχνη γίνεται κινητήρια δύναμη προκειμένου να ανταπεξέλθει στα προβλήματα που αντιμετωπίζει από την εφηβική της ηλικία. Η εξαφάνιση του πατέρα στα δώδεκα χρόνια της την τραυματίζει ψυχολογικά ανεπανόρθωτα με αποτέλεσμα αλλεπάλληλες απόπειρες αυτοκτονίας.
Παράλληλα, η έφηβη Μαρία, που δεν έχει γνωρίσει τον πατέρα της, σαν παιδί ανύπανδρης μητέρας, και εν δυνάμει αυτόχειρας, ταυτίζεται με την Ανθή που βρίσκεται σε κώμα. Εξάλλου έχουν μεταξύ τους και αρκετά κοινά. Αγαπούν την τέχνη ως καταφύγιο, η σχέση με τη μητέρα τους είναι προβληματική και έχουν αυτοκαταστροφικές τάσεις.

Έχω γνωρίσει προσωπικά τέτοιες εφήβους, και το σπίτι μας ήταν στις δύσκολες στιγμές το άσυλό τους. Η ανάγκη να παρευρίσκονται σε  ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον στις υπαρξιακές κρίσεις τους, πολλές φορές μετά από μια συζήτηση, ένα γεύμα, μια ταινία, μια αγκαλιά, λειτουργούσε σχεδόν θεραπευτικά.
Ο άνθρωπος είναι το προϊόν των τραυμάτων της παιδικής του ηλικίας και μόνο η αγάπη είναι το αντίδοτο αυτών των τραυμάτων.

Συμπορεύτηκα για καιρό με αυτές τις δύο γυναίκες, μέσα από καταθέσεις «ορφανεμένων» ανθρώπων, από μαρτυρίες και γραπτά αυτοχείρων, από  επισκέψεις σε ψυχιατρεία, και προσπαθώντας να φωτίσω τα σκοτάδια τους, κατάφερα να  ανακαλύψω μαζί τους τι σημαίνει η έννοια θάνατος ως λύτρωση και πώς κατακτιέται το μεγαλείο της ζωής.

Ίσως, γι’ αυτό η ζωή είναι τόσο γοητευτικά ενδιαφέρουσα σ’ αυτό το μοιραίο ταξίδι που βιώνουμε.

Σας ευχαριστώ.